Το κόστος μισθοδοσίας για μια επιχείρηση δεν καθορίζεται μόνο από τον βασικό μισθό. Οι επιπλέον ώρες του κανονικού ωραρίου, οι προσαυξήσεις που τις συνοδεύουν, οι ασφαλιστικές εισφορές και ο τρόπος καταγραφής του πραγματικού χρόνου εργασίας επηρεάζουν το ποσό που τελικά καταβάλλει ο εργοδότης κάθε μήνα.
Οι τελευταίες αλλαγές στην εργατική νομοθεσία επηρεάζουν αρκετές από αυτές τις παραμέτρους. Το πλαίσιο για τις υπερωρίες έχει διευρυνθεί, οι προσαυξήσεις υπερωριών και υπερεργασίας έχουν διαφορετική ασφαλιστική μεταχείριση, ενώ η Ψηφιακή Κάρτα Εργασίας και το ΕΡΓΑΝΗ ΙΙ δίνουν πλέον ακριβέστερη εικόνα των πραγματικών ωρών απασχόλησης.
Τι ισχύει σήμερα για υπερεργασία και υπερωρία
Υπερεργασία και υπερωρία είναι δύο διαφορετικές κατηγορίες και η διάκριση έχει άμεση επίπτωση στη μισθοδοσία. Στο πενθήμερο, η εργασία από την 41η έως και την 45η ώρα της εβδομάδας θεωρείται υπερεργασία και αμείβεται με το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά 20%. Στο εξαήμερο, υπερεργασία θεωρείται η απασχόληση από την 41η έως και την 48η ώρα. Πέρα από τα αντίστοιχα νόμιμα όρια αρχίζει η υπερωριακή απασχόληση. Με τον Ν. 5239/2025, το ανώτατο όριο νόμιμης υπερωριακής απασχόλησης διαμορφώθηκε έως τέσσερις ώρες ημερησίως, με ανώτατο όριο τις 150 ώρες τον χρόνο. Η νόμιμη υπερωρία αμείβεται με προσαύξηση 40% στο καταβαλλόμενο ωρομίσθιο. Αντίθετα, για παράνομη υπερωρία προβλέπεται προσαύξηση 120%.
Ένα απλό παράδειγμα δείχνει τη διαφορά. Με ωρομίσθιο 8 ευρώ, μία ώρα υπερεργασίας κοστίζει ως αμοιβή 9,60 ευρώ, ενώ μία ώρα νόμιμης υπερωρίας 11,20 ευρώ. Επομένως, δύο επιχειρήσεις με τους ίδιους βασικούς μισθούς μπορούν να εμφανίζουν διαφορετικό συνολικό κόστος προσωπικού, ανάλογα με τον αριθμό και το είδος των επιπλέον ωρών που πραγματοποιούνται.
Τι σημαίνει στην πράξη η δυνατότητα απασχόλησης έως 13 ώρες
Ο Ν. 5239/2025 επέκτεινε στον ίδιο εργοδότη τη δυνατότητα ημερήσιας απασχόλησης έως 13 ώρες, η οποία προηγουμένως μπορούσε να προκύψει με απασχόληση σε δύο εργοδότες. Αυτό δεν σημαίνει ότι το 13ωρο αποτελεί νέο κανονικό ημερήσιο ωράριο. Εξακολουθούν να ισχύουν τα όρια για την ημερήσια και εβδομαδιαία ανάπαυση, καθώς και το ανώτατο όριο των 150 ωρών υπερωρίας τον χρόνο. Παράλληλα, ο εβδομαδιαίος χρόνος εργασίας δεν μπορεί να ξεπερνά κατά μέσο όρο τις 48 ώρες, μαζί με υπερεργασία και υπερωρίες, σε περίοδο αναφοράς έως τεσσάρων μηνών.
Για μια επιχείρηση, επομένως, η συγκεκριμένη δυνατότητα μπορεί να χρησιμοποιηθεί για την κάλυψη αυξημένων αναγκών, αλλά δεν αποτελεί τρόπο μόνιμης επέκτασης του καθημερινού ωραρίου. Οι πρόσθετες ώρες πρέπει να καταγράφονται και να αμείβονται με τις αντίστοιχες νόμιμες προσαυξήσεις.
Πώς αλλάζουν οι ασφαλιστικές εισφορές το κόστος της υπερωρίας
Μία ακόμη αλλαγή αφορά τον τρόπο υπολογισμού των ασφαλιστικών εισφορών. Από την 1η Νοεμβρίου 2025, οι προσαυξήσεις που αντιστοιχούν σε υπερεργασία, υπερωρία, νυχτερινή εργασία και εργασία κατά Κυριακές και αργίες για εργαζομένους πλήρους απασχόλησης δεν υπόκεινται σε ασφαλιστικές εισφορές εργαζομένου και εργοδότη. Αυτό δεν σημαίνει ότι η υπερωρία παύει να έχει πρόσθετο κόστος. Ο εργαζόμενος εξακολουθεί να λαμβάνει την προβλεπόμενη προσαύξηση. Η διαφορά είναι ότι δεν υπολογίζονται ασφαλιστικές εισφορές πάνω στο ποσό αυτής της προσαύξησης.
Συνεπώς, το πρόσθετο εργοδοτικό κόστος μιας νόμιμης υπερωρίας είναι χαμηλότερο σε σχέση με ένα σύστημα στο οποίο οι εισφορές θα υπολογίζονταν και πάνω στην προσαύξηση του 40%. Η συγκεκριμένη αλλαγή πρέπει να λαμβάνεται υπόψη όταν μια επιχείρηση συγκρίνει το κόστος υπερωριών με άλλες επιλογές στελέχωσης.
Η Ψηφιακή Κάρτα καταγράφει περισσότερο πραγματικό χρόνο εργασίας
Η Ψηφιακή Κάρτα Εργασίας έχει επίσης πρακτική επίδραση στη μισθοδοσία. Η ώρα εισόδου και εξόδου του εργαζομένου καταγράφεται ηλεκτρονικά και μπορεί να συγκριθεί με το δηλωμένο ωράριο. Τα στοιχεία του ΠΣ ΕΡΓΑΝΗ δείχνουν πόσο αισθητή είναι η μεταβολή στην καταγραφή. Στους κλάδους που είχαν ενταχθεί στην Ψηφιακή Κάρτα, στο πρώτο επτάμηνο του 2025 καταγράφηκαν περισσότερες από 3,5 εκατομμύρια υπερωρίες, αριθμός αυξημένος κατά 80% σε σχέση με το αντίστοιχο διάστημα του 2024.
Η αύξηση αυτή δεν σημαίνει απαραίτητα ότι οι εργαζόμενοι άρχισαν να δουλεύουν 80% περισσότερες υπερωρίες. Δείχνει όμως ότι περισσότερες ώρες εμφανίζονται πλέον επίσημα στο σύστημα. Για επιχειρήσεις στις οποίες υπήρχε απόκλιση μεταξύ δηλωμένου και πραγματικού χρόνου εργασίας, η ακριβέστερη καταγραφή μπορεί να αυξήσει το ποσό που εμφανίζεται στη μισθοδοσία ως υπερεργασία ή υπερωρία.
Υπερωρίες ή πρόσθετο προσωπικό;
Το νέο πλαίσιο κάνει πιο χρήσιμη τη σύγκριση μεταξύ του κόστους υπερωριακής απασχόλησης και του κόστους πρόσθετης στελέχωσης. Μια επιχείρηση που χρειάζεται επιπλέον ώρες για έξι εβδομάδες λόγω εποχικής ζήτησης μπορεί να εξυπηρετηθεί από υπερωρίες του υπάρχοντος προσωπικού. Αν όμως η ανάγκη επαναλαμβάνεται σε όλη τη διάρκεια του έτους, το όριο των 150 ωρών ανά εργαζόμενο περιορίζει αυτή την επιλογή.
Ο σωστός υπολογισμός χρειάζεται επομένως να περιλαμβάνει τη διάρκεια της ανάγκης, τον αριθμό εργαζομένων, το ωρομίσθιο, τις νόμιμες προσαυξήσεις και τις ασφαλιστικές εισφορές. Η σύγκριση «υπερωρία ή πρόσληψη» δεν έχει την ίδια απάντηση για μια εποχική επιχείρηση και για μια εταιρεία που χρειάζεται σταθερά περισσότερες εργατοώρες κάθε εβδομάδα.
Τι αλλάζει το 2026 και τι έχει ανακοινωθεί για το 2027
Από την 1η Απριλίου 2026 ο νόμιμος κατώτατος μισθός αυξήθηκε από 880 σε 920 ευρώ μεικτά τον μήνα, ενώ το κατώτατο ημερομίσθιο των εργατοτεχνιτών αυξήθηκε από 39,30 σε 41,09 ευρώ. Για μια επιχείρηση με εργαζομένους που αμείβονται με τον κατώτατο μισθό, η αλλαγή αυξάνει άμεσα τη βάση της μισθολογικής δαπάνης. Επηρεάζει επίσης τους εργαζομένους που δικαιούνται προσαυξήσεις προϋπηρεσίας: για τους υπαλλήλους που αμείβονται με τον νομοθετημένο κατώτατο μισθό προβλέπεται προσαύξηση 10% ανά αναγνωριζόμενη τριετία, έως τρεις τριετίες.
Από τις 16 Φεβρουαρίου 2026 βρίσκεται επίσης σε πλήρη λειτουργία το ΕΡΓΑΝΗ ΙΙ, το οποίο αντικατέστησε το ΕΡΓΑΝΗ Ι. Το νέο σύστημα συγκεντρώνει περισσότερες διαδικασίες που αφορούν τις εργασιακές σχέσεις και περιορίζει επιμέρους δηλώσεις που πραγματοποιούνταν ξεχωριστά. Για τα τμήματα προσωπικού και μισθοδοσίας, αυτό σημαίνει ότι ο προγραμματισμός του χρόνου εργασίας, οι μεταβολές μιας εργασιακής σχέσης και τα στοιχεία που καταγράφονται ηλεκτρονικά χρειάζονται μεγαλύτερη συνέπεια μεταξύ τους.
Για το 2027 υπάρχουν ήδη δύο ανακοινωμένοι στόχοι που επηρεάζουν τον σχεδιασμό της μισθοδοσίας. Ο πρώτος είναι η αύξηση του κατώτατου μισθού στα 950 ευρώ μεικτά. Σε σχέση με τα 920 ευρώ του 2026, πρόκειται για διαφορά 30 ευρώ τον μήνα στον βασικό μισθό, πριν συνυπολογιστούν τυχόν προσαυξήσεις και άλλες αποδοχές. Ο δεύτερος είναι η προγραμματισμένη περαιτέρω μείωση των ασφαλιστικών εισφορών κατά 0,5 ποσοστιαία μονάδα μέσα στο 2027.
Οι δύο μεταβολές επηρεάζουν τη μισθοδοσία προς διαφορετικές κατευθύνσεις. Από την μία η αύξηση του κατώτατου μισθού ανεβάζει τη μισθολογική βάση, ενώ η μείωση των εισφορών περιορίζει μέρος του ασφαλιστικού κόστους. Για τον προϋπολογισμό του 2027 έχει νόημα να εξετάζονται και οι δύο παράμετροι. Τα 950 ευρώ, ωστόσο, αποτελούν μέχρι στιγμής κυβερνητικό στόχο για το 2027 και όχι το σημερινό νομοθετημένο ύψος του κατώτατου μισθού.
Τι σημαίνουν όλα αυτά για τον προϋπολογισμό μισθοδοσίας
Η βασική αλλαγή για τις επιχειρήσεις είναι ότι ο πραγματικός χρόνος εργασίας συνδέεται πλέον στενότερα με το κόστος που εμφανίζεται στη μισθοδοσία. Οι υπερωρίες μπορούν να φτάσουν έως τέσσερις ώρες ημερησίως, αλλά παραμένουν εντός συγκεκριμένων ετήσιων και εβδομαδιαίων ορίων. Οι προσαυξήσεις έχουν ευνοϊκότερη ασφαλιστική μεταχείριση, ενώ η Ψηφιακή Κάρτα και το ΕΡΓΑΝΗ ΙΙ κάνουν την καταγραφή του χρόνου απασχόλησης πιο συστηματική.
Για τον εργοδότη, επομένως, ο προϋπολογισμός μισθοδοσίας χρειάζεται να βασίζεται στις πραγματικές εργατοώρες και όχι μόνο στον αριθμό των εργαζομένων και στους συμφωνημένους βασικούς μισθούς. Ιδίως σε επιχειρήσεις με βάρδιες, εποχικές αιχμές ή συστηματική υπερωριακή απασχόληση, ακόμη και μικρές αλλαγές στον τρόπο οργάνωσης του ωραρίου μπορούν να μεταβάλουν αισθητά το συνολικό ετήσιο κόστος.
Τα λάθη στον υπολογισμό υπερωριών, προσαυξήσεων ή εισφορών μπορούν να οδηγήσουν σε λανθασμένες αποδοχές, αναδρομικές οφειλές και κυρώσεις για την επιχείρηση. Γι’ αυτό, κάθε αλλαγή στο ωράριο πρέπει να αποτυπώνεται σωστά και έγκαιρα στη μισθοδοσία. Επιπλέον πληροφορίες μπορείτε να βρείτε και στο άρθρο “Αποφύγετε λάθη στην εργατική νομοθεσία : Πως το λογιστικό γραφείο σας προστατεύει”.
Οι ειδικοί του TAX REPORT φροντίζουν να είναι πάντα ένα βήμα μπροστά, ώστε εσείς να μπορείτε να επικεντρώνεστε στην ανάπτυξη της επιχείρησής σας. Το λογιστικό μας γραφείο, το οποίο βρίσκεται στον Πειραιά, σε σημείο με άμεση πρόσβαση από το μετρό και το τραμ, παρέχει χρήσιμες και πρακτικές συμβουλές για να διασφαλίσετε ότι η επιχείρησή σας ακολουθεί την εργατική νομοθεσία.